Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2007

Έχω πρόβλημα.

Ποτέ δεν ήμουν καλή στα λόγια, στις τρυφεράδες, στις μαλαγανιές. Ούτε καλή διπλωμάτισσα ήμουν ποτέ. Άμα θέλω κάτι, δεν αντέχω, βαριέμαι, ψυχοπλακώνομαι, μιζεριάζω ν’ αρχίσω να το γυροφέρνω, να το στολίζω, ξερό και ίσιο θα μου βγει. Ούτε στις γλύκες και στις αγάπες. Αν μου πεις ότι μ’ αγαπάς, το πιο πιθανό είναι ν’ ακούσεις «γιατί;»
Τι σκατά λοιπόν λέω σε μια καλή φίλη που έχασε άνθρωπο δικό της στις φωτιές;
«Συλλυπητήρια»;
Πιο σιχαμένο κλισέ από το «συλλυπητήρια» στους θανάτους και το «να ζήσετε», «βίον ανθόσπαρτον» και «καλούς απογόνους» στους γάμους δεν έχει.
Πιο άνοστο και πιο κενό πράγμα δεν έχω να πω. Κάτι που είναι σωτήριο όταν μιλάω σ’ έναν άγνωστο.
Εδώ σε θέλω κάβουρα να περπατάς στα κάρβουνα. Και να ‘ναι κι αναμμένα.
Συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις δε λέω σχεδόν τίποτα γιατί δε ξέρω τι να πω, παγώνω. Και παρεξηγούμαι κι από πάνω.

Αλήθεια και η επόμενη κινητοποίηση των μπλόγκερς μπροστά στη Βουλή, ειδικά τώρα που κάηκαν ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, όχι μόνο δέντρα και ζώα, ρε πούστη μου στις 7; Όσο πάνε και πιο απαγορευτικό για μένα το κάνουν. Άντε σε λίγο θα τα κανονίζουν να συμπέφτουν μαζί με την απογευματινή λειτουργία.

Αλήθεια, γεμάτες έμαθα οι εκκλησίες από κόσμο που προσευχόταν για τις ψυχές των νεκρών. Που προσευχόταν να δώσει ο Θεός δύναμη στους ανθρώπους που έχασαν τους δικούς τους αλλά και τις περιουσίες τους.Που προσευχόταν να σταματήσει το γρηγορότερο αυτό το κακό.
Διότι άμα έχουμε τη συνδρομή του θεού, τι τη θέμε οι ηλίθιοι την πυροσβεστική. Τι τη θέμε οι ηλίθιοι τη βοήθεια όσων περισσότερων χεριών μπορούν να συνδράμουν.
Και υποθέτω σύσσωμη η Εκκλησία της Ελλάδος προσεύχεται μαζί τους.
Προσεύχεται μόνο. Γιατί από ουσιαστική βοήθεια οι πληγέντες πάλι τον πούλο θα πάρουν από την εκκλησία.
Που είναι η βοήθεια; Οεο;

Άμεση διανομή της εκκλησιαστικής περιουσίας στους πληγέντες!

Εδώ σας θέλω τραγόπαπες.
Χοντρή βοήθεια, όχι τα ψιλολοΐδια που θα μαζευτούν στους τραπεζικούς λογαριασμούς βοήθειας, από το υστέρημα του κοσμάκη.



Υ.Γ.: Αγροτική - 017-03-003090-39 (Ελληνικού Δημοσίου -Λογαριασμός Αρωγής Πυροπλήκτων)
Tράπεζα της Ελλάδος - 2341103053

Eθνική - 45154509009
Πειραιώς - 5508033405636

Υ.Γ. 2: Φτού σας βρομερά αρχίδια που δίνετε μόνο 500 χιλιάρικα όταν άλλοι δίνουν δεκάδες εκατομμύρια. Από εκεί φαίνεται η φιλοχρηματία σας, η φιλαργυρία σας, η αγάπη σας για τον πλησίον, η φροντίδα για το ποίμνιο.

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2007

Ότι του φανεί του Λωλο-Στεφανή.

Γενικά «ό,τι θυμάσαι χαίρεσαι». Πάντα το άκουγα αυτό από τους γύρω μου, αλλά η ρήση με το λωλοστεφανή μ’ αρέσει καλύτερα. Κάπως έτσι δεν είμαστε και στη ζωή; Καλά όχι όλοι. Υπάρχουν άλλοι που έχουν πρόγραμμα, όχι σαν εμένα. Και δεν είναι της ηλικίας.

Θυμάμαι από έφηβη ήξερα γκόμενες που είχαν αυστηρά προκαθορίσει τόσα χρόνια σχολή, τόσα (ή όχι) μεταπτυχιακό και μέχρι να γίνω τόσο θα έχω παντρευτεί, μέχρι να κλείσω τα τόσα χρόνια θα έχω κάνει τόσα παιδιά. Ή νεαρούς συμφοιτητές που κανονίζανε σε πόσα χρόνια θα έχουνε ξεμπλέξει με το στρατιωτικό και θα έχουνε καλή πια προϋπηρεσία για ν’αρχίσουν (τι άλλο;) να σκέφτονται γάμους και κουτσούβελα. «Να μην έχώ κάνει οικογένεια μέχρι τα 35;»

Εγώ πάλι μόλις μετακόμισα. Και η πνευματική μου κατάσταση είναι ανάλογη με τη χρωματική του σπιτιού μου. Όπως λέει «η ψηλή» «το σπίτι σου έχει όλα τα χρώματα». Ο καναπές μου είναι λευκολαχανοπράσινος. Ναι Νικόλα, ο πιο κουλός καναπές που έχει ο κατάλογος του ΙΚΕΑ (βούτηξα το τελευταίο κάλυμμα). «Δε μ’ αρέσει το πράσινο» να ωρύεται η «θεοπούλα».

Ναι αλλά εγώ το βαρέθηκα το ασορτί καρδιά μου. Μια ζωή με πρήζανε να ‘ναι όλα ασορτί και ταιριαστά. Τα έπιπλα μεταξύ τους, ο συνδυασμός παπούτσι-τσάντα. Και πάντα με θυμάμαι να μη μπορώ ν’ αγοράσω τίποτα που να μου αρέσει με τον τρόμο μήπως δε ταιριάζει. Εγώ δεν ήμουνα ασορτί με τίποτα. Κάπως έτσι καταλήξανε οι γονείς μου να ζούνε σ’ ένα σπίτι ξύλινο, το δικό μου θέλω να έχει όλα τα χρώματα κι εμένα δίχως άγχος αν αυτό που μου αρέσει ταιριάζει. Γι’ αυτό η κουζίνα μου είναι ασπροπορτοκαλί, η κρεβατοκάμαρά μου ασπροκόκκινη και μπλε και πορτοκαλί, το σαλόνι μου πρασινολευκοκίτρινο και το μπάνιο μου μπλέ.

Δε ξέρω αν τα χρώματα επιδρούν στην ψυχική κατάσταση ή είναι ενδεικτικά της ψυχικής κατάστασης/ ισορροπίας. Αναρρωτιέμαι όμως τι λέει για μένα το γεγονός ότι σήμερα φοράω μωβ σουτιέν με ροζ πουά, ριγέ ασπρογαλαζοφουξιαροζ βρακί με φούξια δαντέλες και φούξια και γαλάζια φιογκάκια (καλά τα ασορτί σετάκια άμα έχεις πλάνο για σεξ να τα δει ο γκόμενος αλλά πάντα τα έβρισκα βαρετά και χωρίς φαντασία), κοκκινοπορτοκαλιά γυαλιά (μυωπίας, δλδ το φαινόμενο είναι ολ γουέδερ), ασπροροζγκριζόμαυρο φόρεμα και χρυσά πέδιλα. Τώρα που το σκέφτομαι, ούτε τα μαγιό μου είναι σε καλύτερη κατάσταση, έτερη φίλη μου λέει ότι μοιάζω με σημαδούρα μεσ’ το νερό.

(όχι πάντα, μπορεί να κυκλοφορήσω και με το τόταλ μπλακ σύνολο, από το παπούτσι μέχρι το βρακί)

Μήπως είμαι τελείως διαφορετικός άνθρωπος το χειμώνα που με βλέπει ο κόσμος μόνο με ΜΟΝΟΧΡΩΜΑ λευκά, μπεζ, γκρι και χακί ρούχα; Ή το σώζουν (το σχιζοειδές της υπόθεσης) τα εσώρουχα που είναι ίδια χειμώνα-καλοκαίρι; Τελικά είμαι ότι φοράω;

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2007

Αυγουστιάτικο κουτσομπολιό.

Καθόμανε και μέτραγα τους μπλόγκερς που ξέρω. Κατ’αρχήν αναφέρομαι σε άτομα που γνώριζα από πριν γίνω εγώ/γίνουν αυτοί μπλόγκερ, προσωπικά. Ανατριχιαστικά πολλοί.

Από αυτούς που έχω στα λίνκς μου μετράω 6. Αυτοί γράφουν ακόμα και ανανεώνουν που και που τα μπλογκς τους.

Από αυτούς που δεν έχω στα λίνκς μου μετράω 11, όχι 12!! Δεν τους έχω είτε γιατί μου φαίνονται αδιάφορα αυτά που γράφουν, είτε γιατί γράφανε στ’αγγλικά και βαριόμουνα να διαβάζω, είτε γιατί έχουν σταματήσει ν’ασχολούνται με το μαγαζί τους εδώ και πολύύύύ καιρό (άρα έχω διαβάσει ό,τι έχουν γράψει και χέστηκα να ξαναμπώ), είτε γιατί τους αντιπαθώ βαθύτατα ως άτομα.

Bέβαια πάντα παίζει να υπάρχει κάποιος που ν'αποκαλυφθεί μετά από καιρό ότι γνωριζόμαστε και δε το είχα πάρει πρέφα όπως με την κοντή που εκδίδεται. Από σήμερα και ο Τζοννάκος! (mon dieu!!!!)

Και ένας μπλόγκερ που τον έχω γνωρίσει προσωπικά μ.μ. (μετά μπλογκιν).
Ένας.
Μόνο.

Ααααααααααααααααααααααααααααααααααααααα

Θέλω να γνωρίσω και τον πρόβατο και την κωλόγρια και την ξαδερφη της άμπαλης φοράδας και τη γρια ντομάτα και την ζαβοτίνκ και τον άμμο τώρα που μετακομίζει κατά δώθε και τη ΖωήΖωήΖωή και τον Γιωρίκα και τον ψηλονάνο και την Κατερίνα και την αδερφή του φάητμπακ και τον Νικόλααααααααααααααααααα!!!

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2007

Αργυρώ

Επειδή ΔΕΝ είμαι πολιτίκαλι κορρέκτ.

Η Αργυρώ ήταν η παιδική μου φίλη από το σχολείο. Και έτυχε να συνεχίσουμε μαζί στην ίδια σχολή. Δηλαδή 12 χρόνια φίλες. Μαζί στις κοπάνες, μαζί στα διαγωνίσματα και αργότερα στις εξετάσεις, μαζί στις γκομενότσαρκες. Μπορώ να κοκορευτώ ότι έκανε για πρώτη φορά σεξ εξ’αιτίας μου. Φίλος του γκόμενού μου ήταν ο πρώτος της και εγώ έκανα το κοννέ.

Όχι ότι κράτησε πολύ, ως συνήθως. Και μετά η πληγωμένη Αργυρώ γνώρισε κάποιον άλλον. Και μαγεύτηκε. Ο πρώτος άντρας που την έβλεπε σοβαρά. Ουάου!

Τι να κάνουμε αν ήταν «παιδί του λαού» και κείνη (κι εγώ δηλαδή) πουπουλομεγαλωμένα ΝΠ. Τι κι αν ώρες ώρες την έβλεπε ανταγωνιστικά για τη μόρφωσή της (αυτή ΑΕΙ αυτός λύκειο), για την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς της ή για τη δουλειά της (αυτός απλήρωτος δημοσιογράφος του κώλου, αυτή με μέσο στον ΕΟΜΜΕΧ). Το παιδί ήθελε ΣΧΕΣΗ, άρα τα καταπίνουμε όλα.

Τι κι αν δε συμπαθούσε τις (αναλόγου οικονομικο-μορφωτικού επιπέδου) φίλες της. Κατάφερε να την κάνει να πάει με τα νερά του, να τις δει από τη δική του οπτική γωνία, σαν τις κακομαθημένες κότες που ήταν και ζήλευαν τη σχέση τους και δεν ήθελαν παρά να τους χωρίσουν. Και τα κατάφερε να την κάνει την Αργυρούλα να μας κάνει πέρα μια μια! Καλό χάπατο βέβαια και η δικιά μου, που έμεινε σιγά σιγά χωρίς φίλες.

Εγω με την Αργυρώ έκανα ένα λάθος. Που βρέθηκα μπροστά σε έναν καυγά με τον «δεσμό» και, όταν την ξεφτίλισε, πήρα το μέρος της. Βέβαια, εκείνη σα γνήσια «γκόμενα» που έχει μαγευτεί και που άγεται και φέρεται από τον άντρακλα το σωστό τον πρόστυχο, δεν άργησε να το δει από τη δική του οπτική γωνία. Και να μη θέλει, ούτε να ξέρει πως να κάνει παρέα μαζί μου άπαξ και τα ξαναβρήκε με τον γκόμενο. Διότι την υπερασπίστηκα όταν την έκανε σκουπίδι.

Με την Αργυρώ δεν έχω ξαναμιλήσει έκτοτε. Ούτε και θέλω

Απαξίωση

- Πάμε μια βόλτα;
- Αμέ. Γουστάρω.
- Ρε συ, άκου μια αστεία ιστορία.
- Για πες.
- ....................................
- Χαχαχαχαχα ρε τέλεια
- Χαχαχαχααχαχαχαχα

......................................................................................

- Να σου πω μια αστεία ιστορία;
- Πες μου.
- ................................
- Χαχαχαχαχαχα! Φοβερή! Που την άκουσες;
- Χτες μου την είπε ο Νίκος.
- Ωπα! Έλα ρε Νίκο τώρα μου’λεγε ο Θάνος μια αστεία ιστορία που του είπες χτες.
- Τι; Γιατί ρε μαλάκα του την είπες; Πας και λες ότι προλάβεις; Για να διασκεδάσεις τον κάθε μαλάκα; Κλόουν είσαι ρε; Η ιστορία είναι δική μου και μόνο δική μου ιδιοκτησία, δεν έχει σημασία που την έζησες κι εσύ, αλλά τέτοιος είσαι, αναίσθητος και αδιάφορος για τους άλλους. Χώρια που σε άκουγα όπως πλησίαζα και φαινόταν από τον τρόπο που την έλεγες η κακία σου, η ζήλια σου για μένα. Και την είπες και χάλια. Καθόλου χιούμορ δεν έχεις ρε; Έννοια σου και δεν πρόκειται να σου ξαναπώ ποτέ τίποτα, ούτε να ξαναβγώ μαζί σου. Εγώ νόμιζα ότι περνάγαμε καλά μαζί, αλλά εσύ μόνο να με θάψεις στους άλλους τελικά έχεις στο μυαλό σου. Τώρα καταλαβαίνω ότι μου έκανες το φίλο μόνο και μόνο για να τροφοδοτείς τους άλλους με κακεντρεχή και απαξιωτικά σχόλια γύρω από το άτομό μου και με χυδαιότητες. Σε κόβω από παρέα.

Για την Α.

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2007

Φούρλες γύρω απ’την Πελοπόννησο

Πριν 2 περίπου χρόνια ήλθα στην, μάλλον δυσάρεστη, θέση να αποκτήσω κι εγώ μια κολλητή παντρεμένη.
Δε λέω, μια χαρά παιδί ο γαμπρός, αγαπιούνται και τα λοιπά αλλά πρώτον, γερνάω, δεύτερον, δε μπορώ να μη σκέφτομαι ένα στίχο που δε τον θυμάμαι καλά αλλά το ζουμί είναι περίπου ότι για τις παντρεμένες δε ξανάκουσε ποτέ κανείς ή κάπως έτσι.
Τουλάχιστον είχαν επεισοδιακό γάμο, απ’ αυτόν που η παρέα τον θυμόταν μήνες μετά και γελούσε.
Κατ’αρχήν η αγαπητή μου φιλενάδα αποφάσισε να παντρευτεί στο εκκλησάκι που βαφτίστηκε στο χωριό. Πα να πεί ότι έπρεπε να τραβηχτούμε ένα τσούρμο νοματαίοι ίσα κάτω στην εξωτική Τρίπολη. Εγώ προσωπικά είχα ήδη φάει ένα τράβηγμα μήνες πριν διότι ήμουν η επίσημη επιτετραμμένη για το νυφικό. Δηλαδής ξεποδαριαζόμουνα μαζί με τη μελλόνυφη για να βρεί νυφικό. Ως οφείλω σα φίλη. Άλλωστε η συμφωνία είναι ότι σε τυχόν δεύτερο γάμο θα τραβηχτεί μόνη της. Εγώ αυτό το πράμα δε το ξαναπερνάω για κανένα λόγο. Ούτε για να παντρευτώ η ίδια.
Έρχεται λοιπόν και η ώρα του γάμου και ξεκινάμε, χώρια από τους συγγενείς, μια παρέα για κάτω. Άτομα 5 αυτοκίνητα 2, χωριστά τ’αγοράκια από τα κοριτσάκια, σα σχολική εκδρομή. Μιας και είμαι η μια οδηγός έχω περάσει να πάρω τους υπόλοιπους από την πολυκατοικία που μένει η νύφη. Εγώ, η αδερφή της νύφης, ο άντρας της, ο κουμπάρος τους και μια φίλη της αδερφής της νύφης.
Δέκα λεπτά μετά τα αγοράκια κάνουν σήμα για στάση. Σταματάμε. Τι έγινε ρε παιδιά; Η νύφη πήρε να πει ότι ξέχασε το φουρό της στο σπίτι της πεθεράς της και να μας ζητήσει, μιας και είμαστε οι τελευταίοι που κατεβαίναμε, να περάσουμε να το πάρουμε. Θαυμάσια, αυτό σημαίνει μια βόλτα από το ειδυλλιακό Κιάτο. Σημαίνει επίσης ότι θα φτάσουμε λίγο ζορισμένοι χρονικά στο γάμο, μιας και ξεκινάμε Σάββατο πρωΐ και ο γάμος είναι για τις 5 τ’απόγευμα.
Περνάμε λοιπόν από το Κιάτο μη και δε γίνει ο γάμος δίχως φουρό. Φεύγουμε άρον άρον δε, από τη μια για να προλάβουμε, από την άλλη γιατί τους ξεσήκωσα εγώ να φύγουμε μόλις γνώρισα τον μεγάλο ανιψιό του γαμπρού. Και τη μανία του να πειράζει τους ξένους αφαλούς.
Φτάνουμε στην Τρίπολη και κοντεύουμε να πάθουμε εγκεφαλικό. Κλειστή η μισή πόλη για την επέτειο της άλωσης της Τροπολιτσάς (??????????). Και δώσ’του να κάνουμε κύκλους γιατί η αδερφή της νύφης δεν έβρισκε το δρόμο για το σπίτι όπου θα ντυνόταν η νύφη για ν’αφήσουμε το ρημάδι το φουρό. Χάρτη της πόλης δεν είχαμε κι αρχίσαμε να ρωτάμε τους περαστικούς. Ιδρώσαμε μέχρι να το βρούμε.
Πήγαμε λοιπόν να ξεϊδρώσουμε και να τσιμπήσουμε κάτι. Όπου ανακαλύπτω έντρομη ότι το τηλέφωνο που μου είχε πασάρει η νύφη να κλείσω ξενοδοχείο αντιστοιχούσε σε ένα «διδυμάκι» αυτών που βρίσκονται γύρω από την Ομόνοια, πάνω σε μια πλατεία-μικρογραφία Ομόνοιας. Σκέφτομαι ότι μια νύχτα είναι, θα περάσει και σφίγγω τα δόντια.
Πάμε και στο άλλο ξενοδοχείο που είχαν κλείσει οι υπόλοιποι για τσεκ ιν και ..... το ξενοδοχείο είναι μια χαρά. Καταφέρνω σε χρόνο ντε τε να βρω δωμάτιο και ευτυχώς θέε μου τρώμε! Kαι βέβαια δε προλαβαίνουμε πια, ούτε η αδερφή, ούτε η κολλητή της νύφης, να πάμε να τη ντύσουμε. Ευτυχώς τη ντύσανε άλλες να μη πάει γυμνή στο γάμο και πάθει εγκεφαλικό ή καρδιακό ο παπάς.
Ντυνόμαστε-βαφόμαστε μάνι μάνι και πάμε εκκλησία. Όπου μας κοίταζαν σαν τσίρκουλα οι ντόπιοι να κυκλοφορούμε ντυμένοι με τουαλέτες και κουστούμια και βαμμένες γκράντε στις τεσσεράμισι τ’απόγευμα και μας δείχνανε με το δάχτυλο. Ζήτω!
Ο γάμος δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο γι ν’ασχοληθώ μαζί του, αλλά η φίλη της παρέας μου παραήπιε στη δεξίωση. Παραήπιε ΔΕ σημαίνει άρχισε να τραγουδάει παράφωνα και να την πέφτει στο γαμπρό, τον πεθερό και τους σερβιτόρους. Αυτό σημαίνει «ήρθε λίγο στο κέφι». Παραήπιε σημαίνει τη βρήκαμε λιπόθυμη στις τουαλέτες και ΔΕ συνερχόταν. Κάναμε λοιπόν και μια βόλτα από το νοσοκομείο της πόλης.
Το άλλο πρωΐ που ξυπνήσανε όλοι βρίζοντας από τις μπάντες που παιανίζανε για την επέτειο ακριβώς μπροστά στο ξενοδοχείο και ξυπνήσανε και μένα (που καθόλου δε με ενοχλούσανε οι μπάντες και δε κατάλαβα γιατί έπρεπε να ξυπνήσω για να τους ακούω να βρίζουνε αλλά τουλάχιστο πρόλαβα το πρωινό), έμαθα ότι δεν ήμασταν οι μόνοι που γνωρίσαμε το τοπικό νοσοκομείο. Κατά τη διάρκεια του γλεντιού έπαθε και μια κυρία κάτι αρρυθμίες και ο πατέρας της νύφης θεώρησε καλό να της δώσει από τα χάπια του για την καρδιά. Ε, μετά έπρεπε να πάει κι αυτός στο νοσοκομείο να τους πει τι ακριβώς της έδωσε.
Θαύμα περάσαμε.