Εμένα ο άγιος Βασίλης μου έφερε μια καπαρντίνα (καμπαρντίνα; γκαμπαρντίνα;) μπεζ, μια γκρι φούστα με ρίγα, μια ομπρέλα κατακόκκινη και μια τσάντα ταχυδρόμου μπεζ-καφέ, σε αντίθεση με τον Βασίλη, που ακόμα να μου φέρει εκείνο το Βασερόν που του ζήτησα.
Καλά, ξέρω ότι ο άγιος Βασίλης δεν υπάρχει. Τα τελευταία χρόνια όμως οι γονείς μου δεν μπορούν να μου πάρουν δώρα, δε κυκλοφορούν έξω απ’το σπίτι, έτσι παίρνω μόνη μου τα δώρα που γουστάρω στον εαυτό μου. Δεν ξέρω αν αυτό είναι καταθλιπτικό και παθέτικ, αλλά πλάκα-πλάκα από τότε που το ξεκίνησα, παίρνω τα καλύτερα δώρα που έχω πάρει σε όλη μου τη ζωή.
Πριν όλο μαλακίες έπαιρνα, εκτός αν τους είχα δηλώσει από πριν «θέλω αυτό» και πάλι έπρεπε να συγκρατιέμαι πάρα πολύ στις τιμές μη με κράξουνε. Δεν είν’ λίγο γαϊδουριά να ζητάς κάτι ακριβό για δώρο; Ειδικά από συνταξιούχους με κατοχικά σύνδρομα που γκρινιάζουνε με το παραμικρό που θα φανεί σα σπατάλη. Ε κι εγώ ντρεπόμουνα και δε ζήταγα το μέτρια ακριβό (το πανάκριβο ούτε ‘γω το θέλω) αλλά το πιο φτηνό. Ε τώρα εγώ κι ο άγιος κάνουμε μόνοι μας τα κουμάντα μας χωρίς μεσάζοντες και τα βρίσκουμε καλύτερα.
Κανονικά δε θα έπρεπε να λέω τέτοια σαν το τελευταίο εδώ διότι έτσι παίρνουν θάρρος μερικοί και μερικές και παθαίνουν παράκρουση και νομίζουν ότι ό,τι ισχύει για τον άγιο ισχύει και για όλον τον κόσμο και ότι μπορούν να πάνε να μου πάρουν μέτρια δώρα ή κοσμήματα. Εννοείται ότι από τους καλούς φίλους (ή και κάτι παραπάνω) περιμένω και κάτι καλύτερο.
Ο νοών νοήτω, ειδικά για όποιον ήθελε καινούριο κείμενο.
Θα το κάψουμε!
Πριν από 20 ώρες
