Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

5 η ώρα

Πέντε η ώρα το πρωΐ. Γυρνάω με την ψυχή στο στόμα. Ζούνε; Να βγάλω τα παπούτσια μου χωρίς φασαρία μη τους ξυπνήσω. Να τσεκάρω μετά το καλώς έχειν. Σκύβω να κοιτάξω από την κλειδαρότρυπα και δε την βλέπω. Γυρνάω να δω αν είναι στο WC. Μα τι κάνω; Αφού μόλις έβγαλα τα παπούτσια μου εκεί. Και το φως σβηστό. Κοιτάω στο σαλόνι. Κανείς. Αρχίζω να τη φωνάζω έντρομη. Καμιά απάντηση. Ψάχνω στο μισόφωτο, με ό,τι φως έρχεται μέσα από το φως της σκάλας και των μπαλκονιών. Στην κουζίνα, ένας όγκος στο πάτωμα. Γιατί δε μου απαντάς που σε φωνάζω; Και πως θα σε σηκώσω τώρα; Δε μπορώ να σηκώσω έναν άνθρωπο 20 κιλά πιο βαρύ από μένα. Προσπαθώ να τη βοηθήσω να σηκωθεί δίνοντας οδηγίες: «Γύρνα μπρούμυτα. Προσπάθησε να γονατίσεις. Πάτα τις πατούσες σου κάτω γερά. Σήκω το κορμί σου όσο σε κρατάω.» Τίποτα. Έχω ιδρώσει σα γουρούνι, λαχανιάζω κι εκείνη το ίδιο. Πέντε και τέταρτο και αρχίζω ν’ απελπίζομαι. Δεν έχω άλλη λύση, ανεβαίνω να τον ξυπνήσω. Κατεβαίνει αγουροξυπνημένος. Πως θα τη σηκώσουμε οι δυο μας, που είναι κι αυτός αδύνατος σαν κλαράκι; Πως σηκώνεις έναν άνθρωπο από το πάτωμα που δε μπορεί να χρησιμοποιήσει τα πόδια του για να σηκωθεί; Την πιάνουμε από τις μασχάλες και μετά; Πάλι κάτω. Την πιάνει μόνος του από τις μασχάλες και τραβολογάει. Τη σηκώνει και κρακ η μέση.
Τέσσερις η ώρα. Γυρνάω από τη δουλειά. Παγωμάρα! Τι έγινε; Πήρε το κρεατομάχαιρο και προσπαθούσε να κόψει το λαιμό της. Όλα τα μαχαίρια εξαφανισμένα. Μας είχε γράψει και σημειώματα. Ένα για μένα κι ένα για ‘κείνον. Δεν αντέχει άλλο να πονάει, ούτε να είναι βάρος Ξέρω ότι πονάει και πολλές φορές κλαίει χωρίς λόγο. Παίρνει Zoloft ….. αλλά «πρέπει να μάθει να ζει με τον πόνο» μαλάκα Γ. Μαγκούφη! Ξέρω και ότι κάθε βράδυ εύχεται να μη ξημερωθεί. Την κοιτάω κατάματα και λέω ψέματα ότι δεν είναι βάρος, την ηρεμώ, την αγκαλιάζω, την παίρνω να δούμε παρέα τηλεόραση, να ξεχαστεί.
Σάββατο απόγευμα, ούτε και ξέρω τι ώρα. Έρχεται στο σαλόνι να μας ανακοινώσει ότι χέστηκε. Χάλια το νυχτικό, χάλια οι παντόφλες, χάλια οι κάλτσες, χάλια το σεντόνι, χάλια και το πάτωμα από την πόρτα της κουζίνας, όλο το χωλ και το μπάνιο. Κακοσφουγγαρισμένο και μυρίζει. Μπόρεσε και σφουγγάρισε στα χάλια της, έστω κι έτσι; Την πάω για μπάνιο και βάζω τα χεσμένα σε σακούλες, όσο ο άλλος σφουγγαρίζει ξανά. Τη γδύνω, την πλένω και τη ντύνω. Ακόμα σφουγγαρίζει. Και ακόμα χάλια το πάτωμα. Μια απ’ τις δυο μυρωδιές που μου φέρνουν εμετό αλλά σφίγγω τα δόντια. Έτσι θα μείνουμε ως τη Δευτέρα που θα έρθει η γυναίκα; Τον διώχνω, προσθέτω χλωρίνη στον κουβά και ξανασφουγγαρίζω. Παρ’όλ’αυτά η μυρωδιά δε φεύγει. Αναδύεται σε πλούσια κύματα από το πλυντήριο. Σκίζω τις σακούλες και βάζω και πλυντήριο.
Παρασκευή απόγευμα και ξεκινάω με τα μπαγκάζια μου για το ξενοδοχείο. Μόνοι! Για δυο ολόκληρες μέρες! Φεύγω παρέα με τις τύψεις μου που τους αφήνω μόνους για το Σαββατοκύριακο. Κι αν συμβεί κάτι; Θα τα βγάλει πέρα μόνος; Ούτε η γυναίκα δε θα είναι εδώ. Λες και μπορώ να τη σηκώσω εγώ αν πέσει μακριά από καναπέ ή καρέκλα…. Τηλεφωνάω και βράδυ και μεσημέρι και… είχε πέσει. Και τη σηκώσανε. Και κατουριέται επάνω της. Θα μου στρίψει! Να τον αφήσω και να φύγω; Γαμώτο, ήρθε τόσο δρόμο να με δεί κι έχω τόσο καιρό να τον δω. Δε του λέω τίποτα και παλεύω για λίγο ανάμεσα στην υποχρέωση να φύγω και στην ανάγκη να μείνω. Άλλωστε δε μου τα παρουσίασαν και τόσο τραγικά από το τηλέφωνο. Περιμένω, η μισή αλλού, και ξανατηλεφωνάω το απόγευμα. Πήρε τηλέφωνο το γιατρό και της άλλαξε τα χάπια. Συναγερμός τέρμα.
Δέκα παρά η ώρα. Ταβέρνα. Ρεμαλοπαρέα. Το κινητό μου είναι αυτό; Κοιτάω το νούμερο που καλεί και νιώθω το χρόνο να παγώνει. Αυτό είναι. Έπεσε. Ή πέθανε. Ή αυτή ή αυτός. Και πως θα φύγω από δω χωρίς αμάξι; Και τι θα κάνω σε περίπτωση θανάτου του; Ξέρω ότι εκείνη δε μπορεί να με βοηθήσει. Και ότι εγώ δε μπορώ να τη φροντίσω μόνη. Ξαναχτυπάει και απαντάω. Γιατί στο διάολο χριστιανέ μου με παίρνεις τέτοια ώρα να με ρωτήσεις αν έχω λεφτά για να ψωνίσω γλυκά για την επίσκεψη που θα ‘ρθει αύριο; Δε μπορούσε να περιμένει μέχρι το πρωί; Κλείνω και με ρωτάνε τι έχω. Υποψιασμένη τους ρωτάω αν χλόμιασα. Δε ξέρουν και δε λέω. Πετάω ένα ξερό «Τίποτα» για να κόψω κάθε περαιτέρω ερώτηση και ενδιαφέρον και συνεχίζω να πίνω τη μπίρα μου.
Μεσάνυχτα. Είναι Αύγουστος κι όλα ανοιχτά. Ψοφοζέστη. Ανεβαίνω για ύπνο. Έχει τελειώσει και η «10η Εντολή» και το πρώτο διάλειμμα για διαφημίσεις της Παπακαλιάτιδας. Έτσι κι αλλιώς ότι δε βλέπουμε κανονικά μέσα στη σεζόν, πέφτουμε πάνω του στις καλοκαιρινές επαναλήψεις. Πριν ξαπλώσω κάνω μια γύρα στη βεράντα να τον τσεκάρω από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Αναπνέει; Αναπνέει. Δεν πάει έτσι. Πρέπει να φύγω. Να φύγω από ‘δω.
Εξίμιση η ώρα. Ίσα που κλείνω το ξυπνητήρι και σηκώνομαι για να πάω στη δουλειά. TΑΝΙΛΑΑΑΑΑΑΑΑ. Πάλι ευτυχώς μπροστά στον καναπέ. Γιατί δεν εκτελείς τις οδηγίες μας; Δεν ακούς, δεν καταλαβαίνεις, δε μπορείς ή βαριέσαι και τα περιμένεις από εμάς όλα έτοιμα; Απάντα τουλάχιστον όταν σε ρωτάμε αν μας ακούς ή αν μας καταλαβαίνεις. Δε μπορείς ή δε θέλεις ν’ απαντήσεις γιατί στην πραγματικότητα βαριέσαι να προσπαθήσεις; Θυμώνω. Φωνάζω και βρίζω. Εκείνη, την τύχη μου, τα θεία. Κι αυτός. Τη σηκώνουμε σπρώχνοντας και τραβώντας όσο που να ανέβει το μισό της σώμα στον καναπέ. Την πιάνω από τα πόδια και τη γυρίζω κατά μήκος του καναπέ. Αναγκαστικά θα μείνει εκεί μέχρι να μπορέσει να κουνηθεί.
Τι θα γίνει; Τρεις φορές μέσα σε 2 μέρες; Δεν αντέχουμε, ούτε αυτός, ούτε εγώ.
Φωνάζει. Όλες τις ώρες. Ζητάει συνέχεια. Το ίδιο πράγμα. Της το δίνω. Σταματάει. Για περίπου 30 δευτερόλεπτα. Το ξαναζητάει. Της θυμίζω ότι της το έδωσα. Με αγνοεί. Ανεβάζει την ένταση και, σα σπασμένος δίσκος, το ζητάει ξανά και ξανά και ξανά. Προσπαθώ να την αγνοήσω κι εγώ. Έχει περάσει μισή ώρα που δε σταματάει και την παρακαλώ να σταματήσει. Παρακαλώ, φωνάζω, τη βρίζω, τη βαράω. Δε σταματάει παρ’όλα τα χαστούκια. Δε σταματάει και μια τούφα της μου μένει στα χέρια. Δε σταματάει. Πότε θα πεθάνει πούστη θεέ; Να πεθάνει! Της το ουρλιάζω και μου απαντάει "μακάρι". Στο τέλος κλείνω την πόρτα να μην την ακούω.
Φεύγω. Πάω σπίτι μου.
Οχτώμιση η ώρα. Έτρεχα για να είμαι μια λογική ώρα στο νοσοκομείο. Ξύπνησα νωρίς αλλά έπρεπε και να μαζέψω καμιά κάλτσα από τη μπουγάδα. Το σπίτι μου είναι σα βομβαρδισμένο και δε θ’ αντέξω τις βδομάδες που θα ‘ρθουν χωρίς καθαρά ρούχα. Κάνει και γαμόκρυο από τότε που μπήκε στο νοσοκομείο. Γαμόκρυο Δεκεμβριάτικο ξαφνικό. Ένα καφέ κι ένα τοστ απ΄ το κυλικείο για να μην πέσω κάτω κι ανεβαίνω. Δε το έφαγα ποτέ αυτό το τοστ. Τη βρίσκω χωρίς ορό. Αυτόματα, δίχως να σκεφτώ, η αποθηκευμένη γνώση της χτεσινής και της προχτεσινής ημέρας με σπρώχνουν σαν αντανακλαστικά να ρωτήσω γιατί δεν έχει ορό. «Πάει εδώ κι ένα τέταρτο» μου λέει ο νοσοκόμος. «Δε πρόλαβες»
Σηκώνω τα σκεπάσματα. Είναι γυμνή, δεμένη σα γουρούνι. Και το στόμα της χάσκει σαν πηγάδι ανοιχτό. Ήταν συνέχεια γυρισμένη στο ένα αυτί και κοιτάω το αίμα που μαζεύτηκε σα μελανιές. Τα μάτια της είναι μισάνοιχτα. Δε πρέπει να της τα κλείσω;

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2008

Απολογισμός 2008

Δε ξέρω. Για μένα, σταμάτησε ο τρόμος. Επιτέλους σαν τους άλλους ανθρώπους. Ελεύθερη.
Για όλο τον κόσμο, νομίζω, το 2008 τελικά ήταν χρονιά θανάτου.
Γενάρη ξεκινήσαμε με τον Χριστόδουλο.
Ακολούθησε ο Σεριανόπουλος. Ο Μάριος Τόκας,η Έλενα Ναθαναήλ, η μάνα της τρελής προϊσταμένης μου, ο Ντίνος Δημόπουλος, ο Ζυλ Ντασσέν, ο Σταύρος Ξενίδης, ο Υβ Σεν Λωράν, ο δημοσιογράφος Κοίλαρης ο Σταύρος Παράβας, η Βέρα Ζαβιτσάνου, η Όπυ Ζούνη, ο Πολ Νιούμαν, ο νοικάρης μου.
Ο Αλέξης, ο Μπάμπης Λαζαρίδης-σύντροφος Αγγελικής Ηλιάδη, η μάνα μου, ο Χρήστος Ευθυμίου, ο πατήρ Παπαρίζος.
Κάθε χρόνο πεθαίνουν εκατομμύρια άνθρωποι, το ξέρω, απλά νομίζω φέτος, οι πιο γνωστοί μας.
Μπορεί απλά εμένα να μου φαίνεται έτσι.



Και όπως έλεγε η μάνα μου, «κρυφ’το, να μη σου φαίνεται».

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

όχι δέντρο ρε! UPDATE

Είπαμε πένθος φέτος.
Ευτυχώς, μάλλον το κάψανε.
Αυτή τη στιγμή μεγάλος αριθμός μαθητών κάνουν ειρηνική συγκέντρωση στο Σύνταγμα.
Που και που ακούς και κανά μπαμ μπουμ από μολότωφ (;) πιο πολύ όμως σαν πασχαλινό δυναμιτάκι.
Ρουθούνι δεν έχει ανοίξει ακόμα.
Και καπνοί έρχονται από την πλατεία.
Συνάδελφος που πήγε προς την πλατεία δηλώνει ότι καίνε το δέντρο.
Αντε μπραβο.


Update: Στέκεται ακόμα, πιο κακόγουστο από ποτέ, μ'αυτό το φρικαλέο μωβ άστρο. Το καπνίσανε καλά καλά, το προσπαθήσανε, αλλά δε το κάψανε.

"Είμαστε η γενιά των 700 μολότωφ"

"Εσύ, εσύ, εσύ με το χακί, η μάνα σου γαμιέται με ένα μαθητή"

Αποκλίνουσα συμπεριφορά.

Είχα την τύχη τα γυμνασιακά μου χρόνια να συμπέσουν με τις μεγάλες καταλήψεις του '89.
Και τα λυκειακά μου με το Μακεδονικό και τις πορείες των μαθητών.
Πέρασα σε τμήμα της Νομικής.
Το 90% των μαθημάτων μου γινόντουσαν στο κτίριο της Σόλωνος. "Στην πιάτσα της Σόλωνος" κάνω μάθημα έλεγα. Αλήθεια, κτήριο και σχολή μπουρδέλο.
Για καφέ πάντα πηγαίναμε στην πλατεία. Που θα πηγαίναμε, στο Κολωνάκι;
4 στις 5 μέρες της εβδομάδας στα Εξάρχεια ήμασταν. 100 δραχμές ο ελληνικός στο Φοιτητκό και ατελείωτες ώρες τάβλι. Μάλιστα πολλές φορές, ούσα ενήλικη, έπαιρνα τηλέφωνο το φροντιστήριο Αγγλικών και τους γνωστοποιούσα ότι απλά δε θα πάω στο μάθημα. Κοπάνες ατελείωτες, έφευγα απ'το σπίτι στις 10 το πρωί και γύρναγα στις 10 το βράδι διότι "είχα μαθήματα".
Στο πρώτο έτος έκοψα κοντό καρέ το μαλλί και το έβαψα κατάξανθο. Στο δεύτερο το έκοψα αλά γκαρσόν και το έβαψα καστανό. Από το λύκειο είχα 5 τρύπες στ'αυτιά μου και όταν πέρασα στη σχολή έκανα δώρο στον εαυτό μου μια τρύπα στη μύτη.
Συνήθιζα να κυκλοφορώ με τζιν και μποτάκια και να βάφω τα νύχια μου σκούρα μπλε ή μαύρα.
Δεν πίστευα σε κανέναν. Ούτε σε κόμμα ούτε σε θεό.
Βολεμένη; Μπορεί. Αφού είχα τη δυνατότητα να σπουδάζω χωρίς να δουλεύω.
Μπορεί και όχι, αφού το έβγαλα το πτυχίο μου χωρίς τα λεφτά των γονιών και τα φροντιστήρια που σου εξασφαλίζουν τον πληρωμένο σου βαθμό ή τα ιδιωτικά πανεπιστήμια που σου εξασφαλίζουν το πληρωμένο σου πτυχίο.
Από τότε φρόντισα να κάνω την εμφάνισή μου πιο "επίπεδη" και συνηθισμένη για να περνώ απαρατήρητη. Ακόμα δεν πιστεύω σε κανέναν. Και δουλεύω ανάμεσά σας.
Ακόμα κωλόπαιδο και τσογλάνι είμαι. Ελπίζω. Προσπαθώ. Κι ας μη συχνάζω πια στην πλατεία.
Απλά είναι πιο δύσκολο να με εντοπίσεις με την πρώτη ματιά.



Υ.Γ.: Παλαιός "μπασκίνας", των μέσων του αιώνα, αποκάλυψε στην κόρη του, εν τη ρύμη των γεγονότων, ότι στα χρόνια του τις λειαίνανε όλες τις σφαίρες του όπλου τους.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

Τυρόπιτα

Διάβασα μια ωραία συνταγή για τυρόπιτα χωρίς φύλλο (για εμένα την τεμπέλα κι άχρηστη)

1/2 κιλό φέτα
250γρ. γιαούρτι
250γρ. βούτυρο
1 ποτήρι αλεύρι
1 ποτήρι νερό
5 αυγά
1 σακκουλάκι τριμμένη φρυγανιά για πασπάλισμα πάνω-κάτω.

Τρίβετε τη φέτα , σπάτε τα αυγά, τα χτυπάτε όλα μαζί με το βούτυρο, το γιαούρτι, το νερό και το αλεύρι .
(βγάζετε τα τσόφλια απ'τ'αυγά ε;)
Να γίνει ένα ομοιόμορφο μείγμα.
Παίρνετε ένα μεσαίου μεγέθους ταψί, το βουτυρώνετε και το πασπαλίζετε με τριμμένη φρυγανιά.
Πετάτε μέσα το μείγμα και ξανα μανα πασπαλίζετε με τριμμένη φρυγανιά. Ψήνετε σε μέτριο φούρνο για μια ώρα.


Θεωρητικά και ο κάθε άντρας που ψιλομαγειρεύει θα μπορεί να την κουτσοκαταφέρει και δε θέλει να βγεις ν'αγοράσεις περίπλοκα υλικά. Όλο και θα σου βρίσκεται λίγο βούτυρο, λίγο αλεύρι, φέτα τυρί και μερικές φρυγανιές.


ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΟ ΦΤΙΑΞΕΙ ΝΑ ΜΕ ΚΑΛΕΣΕΙ;

Aς βγουν επιτέλους τα τανκς...

....να μαζέψουν τους μπάτσους.

Toυς έχει ξεράσει το είναι μου.

Όχι τίποτ'άλλο, η ποινή μην είναι καμιά γραπτή επίπληξη ή κανένα χιλιάρικο πρόστιμο.

Όπως με την κακιά ζαρντινιέρα, που βάραγε μόνη της.

Άλλωστε ο σκοπός της δολοφονίας επετεύχθη, το Βατοπέδι ελησμονήθει.

Κρέμασμα απ'τ' άντερα που σας χρειάζεται τραγόπαπες.

Τουλάχιστον ο Κούγιας το έδειχνε πάντα το ποιόν του.

Το λέγανε οι "παλιές", άνθρωπος με λεπτά χείλη, άνθρωπος με μαύρη ψυχή, μην τον εμπιστεύεσαι.

Τουλάχιστον να μη στόλιζε δέντρο ο μαλάκας ο Νικήτας φέτος.

Όχι εορτασμούς ρε φέτος. Σεβασμό.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Ζώο, φυτό, ορυκτό

Για τα τσίρκουλα που έχω στο ίδιο γραφείο με μένα έχω ξανακράξει, μη το κουράζω.
Θα κράξω τσίρκουλα σε πιο απομακρυσμένα γραφεία, τα οποία τα γνωρίζω αρκετά καλά, μιας και στο παρελθόν δουλεύαμε μαζί.

Ο αγριεμένος ψαράς
Αγαπάει το ψάρεμα. Παναπεί οι τοίχοι και η επιφάνεια του γραφείου του είναι γεμάτα με φωτογραφίες ψαριών. Σε μερικές μάλιστα είναι και ο ίδιος περήφανος ψαροφονιάς. Διαθέτει και βαρκούλα και ξανοίγεται με τα δίχτυα του. Φανατικός αντικαπνιστής και οπαδός της υγιεινής ζωής. Αρνείται να δοκιμάσει έστω και μια τυρόπιτα από το κυλικείο ή από τα κέτερινγκ που οργανώνει η Υπηρεσία σε κοπή πίτας, κ.ά. Φέρνει ταπεράκι με σπιτικό φαγητό. Τρέχει. Δεν πάει σε γυμναστήρια και αηδίες, τρέχει στο στάδιο/γήπεδο του δήμου του, διότι είναι μπρουτάλ και παιδί του λαού κι αυτά είναι για όσους δε θέλουν πραγματικά να γυμναστούν, αλλά για δημόσιες σχέσεις. Λεπτός σα σπιρτόξυλο, περηφανεύεται ότι μπορεί να βάλει κάτω στο τρέξιμο και στα πουσαπς οποιονδήποτε εικοσάρη. Απορεί γνήσια που πίνεις καφέδες. Δηλητήρια παιδί μου! Και το κάπνισμα βέβαια. Και ο αμίαντος στο κτίριο. Γι’ αυτό και διαμαρτύρεται φωναχτά στους διαδρόμους σε όποιον συνάδελφο πετύχει και οργανώνει συγκέντρωση υπογραφών για ν’ απομακρυνθεί ο αμίαντος από το κτίριο.
Και οι κεραίες από την ταράτσα.
Και οι μοκέτες που δε πλένονται και μαζεύουν μικρόβια.

Η βολεμένη κότα.
Δεν ενοχλεί, ούτε πολυδουλεύει. Στη θέση που είναι τη βόλεψε ο μπαμπάς/ σύζυγος/ αδελφός/ νονός/ βουλευτής της γειτονιάς με ευνοϊκή μετάθεση. Δε πολυδουλεύει γιατί δε ξέρει την τύφλα της. Κυκλοφορεί όμως στην τρίχα, με τα σινιέ business ταέρ και το μαλλί κομμωτηρίου. Καταλαμβάνει εντυπωσιακά την καρέκλα της. Αν και έχω δει και την εξαίρεση: βολεμένη κότα που κυκλοφορεί βαμμένη, χτενισμένη ΑΛΛΑ ντυμένη σα μπουζουκτσού. Με τα δερμάτινα μίνια της να φαίνονται τα μεσήλικα μπούτια της μέσα από το διχτυωτό καλσόν και με τη λαμέ της μπλούζα, κ.λ.π. Όσο είναι νέα είναι λίγο επικίνδυνη, οι γριές είναι συνήθως φιλικές και ακίνδυνες, σα ξεδοντιασμένες οχιές, μιας και οι "πλάτες" που είχαν έχουν συνήθως συνταξιοδοτηθεί και δε θέλουν να τραβούν την προσοχή.

Ο λαϊκός μάγκας και γόης και ξερόλας.
Κατ’ αρχήν κατέχει και αυτός υψηλή θέση, να το ξεκαθαρίσουμε αυτό. Δηλαδή σου απευθύνεται από θέση ισχύος. ΄Εχει εξασφαλισμένο ότι δε θ’ακούσει κανένα «άσε μας ρε παπάρα», αλλά ότι θα εισπράξει τουλάχιστον κούνημα κεφαλιού. Εκτός από θέση έχει και άποψη. Επί παντός επιστητού. Την οποία επιμένει να λέει ακατάπαυστα και ακατάσχετα. Σε φλομώνει στη λογοδιάρροια, ειδικά αν κάθεσαι δίπλα του, και προσδοκά απάντηση στα ευφραδή λεγόμενά του. Τα οποία είναι κοντόφθαλμες μαλακίες εμφανώς ηλίθιου και άξεστου ανθρώπου. Δηλαδή, σου πρήζει τ’αρχίδια αν θες να σερφάρεις με την ησυχία σου στο νέτι. Εν τω μεταξύ θεωρεί ότι είναι και γαμώ τους γκόμενους άρα μιλάει με αυτάρεσκο υφάκι για πολλά χαστούκια. Το-ξέρω-κοριτσάκι-κόβεις-φλέβα-κι-ας-μη-το-δείχνεις.

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

Eπιστολή προς τους κ.κ. "αντιεξουσιαστές"

Παρακολουθώντας τη δράση σας μου έχουν δημιουργηθεί κάποιες απορίες της στιγμής.
Γιατί χτυπάτε μαγαζιά;
Αφού είστε αντιεξουσιαστές γιατί δεν καίτε τους εξής στόχους:
- Χαριλάου Τρικούπη 50
- Ρηγίλλης 18
- Ηρώδου Αττικού, Μέγαρο Μαξίμου
- Λεωφόρος Ηρακλείου 145
-
Πλατεία Ελευθερίας 1
- Κατεχάκη 1
-
Λεωφ. Μεσογείων 96
-
Ακαδημίας 1
-
Πειραιώς 40
-
Ξενοφώντος 13
-
Καραγ. Σερβίας 10
- Λεωφόρος Αλεξάνδρας, ΓΑΔΑ
-
Π. Κανελλοπούλου 4
- όλα τα κατά τόπους αστυνομικά τμήματα
και κυρίως γιατί καίτε το χριστουγεννιάτικο δέντρο της πλατείας Συντάγματος και όχι το μπουρδέλο ακριβώς μπροστά του;
Ή μήπως αυτά θέλουν πιο πολλά ασβάχια απ'ότι το κάψιμο του Ζάρα και του Η&Μ;
Ή ο θάνατος του Αλέξη ήταν τελικά φτηνή δικαιολογία για πλιάτσικο, όπως λέει κάποιος γνωστός μου;
Και κυρίως, μήπως τελικά είστε "δικά τους" παιδιά;

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

3 ψέμματα

Έχω γνωρίσει κουκουλοφόρο. Ή τουλάχιστον άτομο που υποτίθεται ότι είναι κουκουλοφόρος-ανιεξουσιαστής. Τα πρωινά δουλεύει σε δημοτική υπηρεσία.

Αν έπιανα κάποιον να μου σπάει τ’αμάξι, όπως η κυρία στην … Πάτρα ???? (δε το'χω) , θα τον κλώτσαγα στ’αρχίδια/ θα του έπιανα τ’αρχίδια και θα τα έστριβα και, αφού έπεφτε στα γόνατα, θα του βάραγα το κεφάλι στην άσφαλτο μέχρι να δω αίμα. Ή κρανιοεγκεφαλική κάκωση.

Αν μπάτσος σκότωνε εν ψυχρώ δικό μου άνθρωπο (φίλο μου, ξάδερφο, αδερφό), έστω και εν τω μέσω φασαριών, ναι, θα τα έκανα κι εγώ πουτάνα, μάλιστα θα προσπαθούσα να σκοτώσω το γουρούνι.

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

Μια λεμονιά ανθίζει στη γειτονιά

Πολλοί από σας γράφουν για τους γείτονές τους με τρόπο που ζηλεύω. Θα ήθελα κι εγώ να μπορέσω ν’αποδώσω τους δικούς μου με τον χιουμοριστικό τρόπο του Γιωρίκα, ας πούμε, όταν περιγράφει τον σεξομανή θεολόγο.
Αλλά δε μπορώ. Δεν αποπειρώμαι καν, γιατί υποψιάζομαι ότι τελικά μάλλον πικρό θα μου βγει το κείμενο.
Έτσι κι αλλιώς τους περισσότερους δε τους ξέρω, φροντίζω να είμαι μια ξένη στη γειτονιά μου, όλο γέρους και οικογένειες έχει εδώ και μου τη δίνει. Και για όσους έχω παρατηρήσει, τι να πω; Για τον ματάκια απέναντι που, 2 μήνες μετά από τότε που μετακόμισα, τη βγάζει στην κουζίνα ξαφνικά; Μα μέρα μα νύχτα, στην κουζίνα! Και να πω ότι είναι εργένης και μαγειρεύει; Ντροπή πια οικογενειάρχης άνθρωπος, δάσκαλος και με κόρη του λυκείου. Και μ’ ενοχλεί με το αναμμένο φθοριοκουζινοφώς που είναι ακριβώς απέναντι από την κρεβατοκάμαρά μου.
Ή για τις ΑΜΕΑ του αποπάνω διαμερίσματος. Που η κόρη έχει σαφώς Ντάουν και η μάνα δε μπορώ να προσδιορίσω τι. Μάλιστα λαμβάνουν τη δημοτική «Βοήθεια στο σπίτι». Ευγενέστατες, δε λέω, αν και εμφανώς ατημέλητες, κυκλοφορούν με σπασμένους σκελετούς γυαλιών, κολλημένους με χανζαπλαστ. Αλλά είναι τελείως αλλούτερο να περπατάνε ακατάσχετα με τα παπούτσια από πάνω απ’ το κρεβάτι μου. Ότι ώρα και να γυρίσω, περπατάνε. Μα νωρίς μετά από έξοδο για φαγητό ξαπλώνω (π.χ. γύρω στις 12) μα 5 το πρωί, περπατάνε με τα παπούτσια. Αναρωτιέμαι αν εκτός από ΑΜΕΑ είναι και συγγενείς του δράκουλα και στοιχειωμένα φαντάσματα μαζί.
Υποψιάζομαι ότι μάλλον εγώ θα ήμουν ιδανικό θέμα των άλλων ως η αναίσχυντη γειτόνισσα που μπορεί ο οδοντίατρος από το διαγώνια απέναντι οδοντιατρείο να την παίρνει μάτι ημίγυμνη όταν βλέπει τηλεόραση μεσ’ τον καύσωνα. Η μπαλκονόπορτα του οδοντιατρείου είναι στο κατάλληλο σημείο να βλέπει τον καναπέ μου.
Ή η βλαμμένη που ένα βράδυ νομίζανε ότι τη σφάζανε από τα ουρλιαχτά επειδή είδε κατσαρίδα. Ασχέτως αν τη σκότωσα μόνη μου μετά. (Τip: έχε πάντα τσόκαρο στο σπίτι)
Ή την κουλή που κάθε Σάββατο πρωί (θα’ θελα, μεσημεράκι είναι η πικρή αλήθεια) βάζει στη διαπασών Red για κανά δίωρο, όσο κάνει φασίνα. Χέστηκα δηλαδή, κανείς δε πρόκειται να μου πει τίποτα, άντε μην ανοίξω το στόμα μου για ένα κυριακάτικο πρωινό που πετάχτηκα έξαλλη από τη κρεβάτι μου στις 8 το πρωί επειδή ο διαχειριστής ανακαίνιζε το διαμέρισμά του και δωσ’ του και ξηλώνανε με τα σφυριά και δωσ’ του και νόμιζες ότι κουνιέται η πολυκατοικία από τα τρυπάνια, και αναγκάστηκα να καταφύγω στο πατρικό μου και στο παιδικό κρεβάτι μου.
Ή το νούμερο που έκλεισε ένα πρωινό το δρόμο για να της φορτώσει η ΕΛΠΑ το αμάξι σε πλατφόρμα, όταν της κλάταρε το σύστημα (κυλινδράκι) της πίσω ρόδας...


Ή....blueprints ....ή σαν τότε που με 2 φίλες μου συναρμολογούσαμε τη συλλογή μου από το ΙΚΕΑ, κάνοντας διάλλειμα κατά τις 12 τα μεσάνυχτα για σουβλάκια και τσόντα στη διαπασών(τότε είχα φίλμνετ). Ε μετά τα σουβλάκια η ψηλή καρδάμωσε και αποφάσισε να φτιάξουμε και μια συρταριέρα. Με το ζόρι τη σταμάτησα γιατί κάρφωνε γύρω στις 02:00. ΚΑΙ ΔΕ ΜΟΥ ΕΚΑΝΑΝ ΠΑΡΑΤΉΡΗΣΗ.
Ή όπως το προηγούμενο καλοκαίρι. Κάτι είχε η γειτονιά μου πέρυσι , το οικοσύστημά της να το πω, που
δε το έχει φέτος. Πέρσι την άνοιξη γαμηθήκαμε στο ρετσίνι και το καλοκαίρι στο σκατό. Μάντεψε ποιά έβγαινε να ψευτοπλύνει τ'αμάξι, γιατι πλυντήριο και 20ρικο κάθε βδομάδα δε λέει, με το φανελάκι και το σορτσάκι. Βγαίνανε οι γέροι στα μπαλκόνια και προσπαθούσανε να μου δώσουν συμβουλές....

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

Διάλογοι 2 ξένων

(έτοιμα κεφτεδάκια)



x: Έπλυνα τον πίνακα για να βρίσω την γριά κάργια την Λεξ που ο κώλος της είναι γεμάτος κυτταρίτιδα
m: :-D
x: και η Μ. χοντρή σαν την Γιουλάκη και με ποπό αχλάδι
m: ωχ, είδες κι εσύ την τελευταία φώτο μου; :-P
Τanila: giati τόσο μένος για τους κώλους μας;
Τanila: εσύ ήθελες να τους γλύψεις....
Τanila: πριν καν σκουπιστούμε!
x: Όχι αλλά όταν σου έκανα σπανκινγκ δεν με βόλευε
x: Τι να γλύψω ρε ρε Λεξ αφού είσαι άκωλη σαν 10χρονο αγοράκι
x: Λεξ, κώλος σανίδα και λασκαρισμένη βίδα
Τanila: ναι, αλλά βγάζω πολύ σκατό όταν χέζω ;-) λαίμαργο αγόρι
x: Ο αχόρταγος είσαι που οδήγαγε ο Βεγγος?
m: κάποιος πρέπει να σώσει τους διαλόγους σας κάπου :-Ρ
x: Να μαθαινουν οι νεες γενειες
Τanila: ΟΚ κάνω κλοπυ πεηστ τώρα, να τον ανεβάσω για προσωπικό όφελος και δε θα σου δώσω και ποσοστά
x: Κλοπυ κάνε αλλά λυπήσου μας και μην κλάσεις



Χ: Τι θα φάτε σημερα?
Tanila: Εγώ τίποτα, δεν αντέχω, κοιμάμαι όρθια
Χ: Αυτό είναι γνωστό, για νέο μας το λες? ;-)
Tanila: Ναι, διότι λόγω προκεχωρημένης ηλικίας έχεις ξεχάσει ότι ο κόσμος βγαίνει τα βράδια. Αφού το έχεις ξεχάσει, νέο είναι
Χ: Αφού το ΚΑΠΗ κλείνει τις πόρτες στις 20.30 εσύ από τα κάγκελα πηδάς και βγαίνεις?
Tanila: Δε πάω ΚΑΠΗ, φοβάμαι μη σε συναντήσω. Πάω εσπερινό και ολονυχτίες. Κατάλαβες κλανιάρη γέρο που κοιμάσαι από τις 20:40; Εμείς ΤΟ ΞΕΝΥΧΤΑΜΕ
Χ: Οσα δεν φτανει η γρια..............πηδαει και τα γλυφει!
Tanila: Ζηλεύεις που μαστουρώνω κάθε βράδυ με λιβάνι και κάνουμε τσιμπούσια με τις αρτοκλασίες, ενώ εσένα δε σε καλεί κανείς
Χ: Κάνετε .σι.πουκια και ακολασίες κάθε βράδυ? :-ο

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2008

Θα σκίσω τα ρούχα μου!

Mπισκοτάκι άσε με ήσυχη. Όλο γκρινιάζεις ότι δε γράφω και όλο ζητάς να γράφω συχνότερα. Είσαι πολύ νήντη τελικά και με πιέζεις. Έτσι θα είσαι και άμα παντρευτούμε;
Σήμερα ειδικά δε μπορώ να γράψω με τίποτα και φταις εσύ. Δε φτάνει που με ξενύχτησες κι έχω ένα κεφάλι-καζάνι κι έναν πονοκέφαλο-τρυπάνι, θες και να γράψω.
Και είμαι και φιλότιμη, το ξέρω, και σούπερ έντιμη εργαζόμενη, που δεν κάνω ποτέ στη δουλειά την άρρωστη όταν ξενυχτάω, αλλά σούρνω το σαπισμένο πτώμα μου στο κέντρο και λαγοκοιμάμαι πάνω στο γραφείο μου.
Αυτοδιακόπτομαι μόνο για ν’απαντήσω στα κουλά τηλέφωνα και να συντάξω μαλακίες.
Δεν έχω ούτε διάθεση να φάω , με βλέπω να γυρνάω σπίτι κι αντί να φτιάχνω τις γαρίδες που έλεγα, να ξεραίνομαι μέχρι τ’απόγευμα.
Και θες και να γράψω; Τι να γράψω; Πώς να είμαι σπιρτόζα, ευρηματική, κ.λ.π. ούσα άυπνη; Εδώ κοιτάω το ίδιο έγγραφο 3 λεπτά πριν καταλάβω ποια είναι τα σχετικά, λες και έχω πάθει μείωση Άη Κιου γύρω στις 30 μονάδες. Ευτυχώς που έχω πρόθυμα στο μαστίγωμα τσιράκια να υπολογίζουν τα ποσά, αλλιώς προέβλεπα τρελό αλαλούμ.
Και θες και προνομιακή μεταχείριση, τουτέστιν να ξέρεις το θέμα από την προηγούμενη!
Εδώ δε ξέρω ΕΓΩ το θέμα από το ίδιο πρωινό!
Γκρρρρρ
Τελικά δεν έπρεπε να σου είχα αποκαλύψει ποτέ ότι έχω μπλογκ.
Κι όχι μόνο σε σένα. Θα είχα αποφύγει και διάφορους καυγάδες έτσι. Κι εσύ το ίδιο. Όπως ο Χ που έπεσε τρελό βρισίδι όταν έμαθε πως τον δουλεύαμε μεσ' τη μούρη του που την έπεφτε σωρηδόν σε ολόκληρη γυναικοπαρέα.
Ή η Ψ που δε της άρεσε ο τρόπος γραφής σ’ένα κείμενό μου και θύμωσε μαζί μου.
Άντε που μου θες και κείμενα κατά παραγγελία.
Η διάθεση και η έμπνευση δεν παραγγέλλονται, είναι παιδιά της συγκυρίας.
Τον πούλο που μου θες και καινούριο κείμενο.
Άντε μη πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν τον παιδικό μου φίλο. Και τα φτιάξω με την Τσίτα. Θα ερωτευτώ τον Παπανδρέου και δε ξαναγαπάω θηλυκό.