Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2007

Οδοιπορικό

Πέρσι είχα περάσει ένα πολύ ωραίο Πάσχα. Αν και με φάγανε οι δρόμοι. Αν θυμάμαι καλά (διότι πάσχω από άνοια και μου διαφεύγουν οι λεπτομέρειες) πρέπει να είχα πάρει μια μέρα άδεια Μεγαλοπαρασκευιάτικη και είχα περιπλανηθεί λίγο στην εξωτική Θεσσαλία. Δεν αποκαλύπτω που ακριβώς γιατί φοβάμαι τους κουτσομπόληδες και τους παπαράτσι. Καλό, αλλά λίγο μιας και έπρεπε να γυρίσω σκοτωτή Μεγάλο Σάββατο να πάρουμε το Φως οικογενειακώς στην εκκλησία και να μας τρομάξουνε σε σημείο εμφράγματος με τα βαρελότα.
Η αλήθεια είναι ότι δε μπορώ τις οικογενειακές εορτές και μαζώξεις. Ούτε τους γονείς μου τους αντέχω. Παλιά με έπιανε ένας εκνευρισμός, μια βαρεμάρα, ένα «αμαν παναγιά μου να φύγω τι θέλω εγώ εδώ». Τώρα με πιάνει μια βαρεμάρα, ένας εκνευρισμός, ένα «αμαν παναγιά μου να φύγω τι θέλω εγώ εδώ», και μια καραμπινάτη κατάθλιψη. Τσίμπησα λοιπόν κάτι ψιλό στο σπίτι με τους γονείς, σαν πρώιμο πασχαλο-μεσημεριανό και την ξανα-έκανα. Πασχαλινό road trip. Νότια αυτή τη φορά σε χωριό κολλητής στην Πελοπόννησο, το οποίο δεν αποκαλύπτω, για κανονικό μεσημεριανό. Αφού επιβίωσα από τις λακκούβες της εθνικής και κατάφερα να ψωνίσω και λέλουδα έφτασα καμαρωτή-καμαρωτή στο τραπέζι κι άρχισα τις βουτιές στα κρέατα.
Αχ, τέλεια ήταν. Η κολλητή μου να γκρινιάζει ότι είχε τη γιορτή της και μόνο εγώ της έφερα δώρο και ότι δεν αντέχει το αρνί και θέλει τη μοσχαρίσια μπριζόλα της, γείτονες να καταφτάνουν με δίπλες και αυγά, παραλίγο να μου κάνει πρόταση γάμου ο μεθύστακας του χωριού που έπαθε πατατράκ όταν έμαθε ότι η κολλητή μου (που την κιαλάριζε χρόνια) παντρεύτηκε. Χρειάστηκε μάλιστα να τον απειλήσει ο πατέρας της ότι και καλά είμαι κι εγώ παντρεμένη μ’ένα γομάρι 2 μέτρα κρητικό, που κοιμάται μέσα, για να ξεκολλήσει.
Και το βραδάκι ξαναφάγαμε τα ίδια ξαναζεσταμένα στο φούρνο, όπου είχανε γίνει ακόμα πιο τέλεια μιας και το κρέας είχε μαλακώσει κι άλλο και είχε καραμελώσει. Πολύ στενοχωρέθηκα εκείνο το βράδυ. Είχα τόσο σκάσει στο φαΐ από το μεσημέρι που μόνο 2 μπουκίτσες μπόρεσα να κατεβάσω.
Την επόμενη μέρα πήγαμε στο πατροπαράδοτο και παραδοσιακό πανηγύρι στην πλατεία του χωριού, με σούβλες γύρω-γύρω και βλαχο-λαϊκά άσματα με τους «χωριανούς» που είχανε κατέβει από την Αθήνα με τα καλά τους να χορεύουνε σε κύκλους. Και δώσ’του να κατεβάζουνε αβέρτα αρνιά κάθε τρεις και λίγο και να μοιράζουνε τα κομμάτια στα τραπέζια πάνω στα λαδόχαρτα. Πανηγύρι καθόλου κυριλέ, δίχως πιάτα στα τραπέζια και το αλάτι σε αλουμινόχαρτα. Μέχρι να πάει σε όλα τα τραπέζια το ψητό είχε αρχίσει να κρυώνει, ανεμίζανε λευκές κορδέλες το λίπος, αλλά ήταν το ίδιο νόστιμο και κρύο.
Φέτος σκατά…

5 σχόλια:

Mr_Fortune είπε...

Αν σε παρηγορεί, φέτος δεν θα κάνω Πάσχα...Θα περιφέρομαι στην γειτονιά σαν ζητιάνος για λίγο τσιτσί!

snikolas είπε...

Από τώρα ξέρεις για το τι θα κάνεις το Πάσχα; Που ξέρεις; Μπορεί τελευταία στιγμή να γίνει κανένα κουλό, να αλλάξει το πρόγραμμα και να περάσεις super.

BLUEPRINTS είπε...

ναι βρε συ, νωρίς είναι ακόμη που ξέρεις; ή δε θα' χεις καθόλου άδεια οπότε μόνο το τετριμένο παίζει;

billzouk είπε...

Το γομαρι 2 μετρα κρητικο, που σαπιζε μεσα στον υπνο, ηταν ο lexluthor?
Πφφφ. Σιγα την απειλη!
lol

Tanila είπε...

Γιατί έτσι στη ζητιανια;
ΔΕΝ θα γίνει κανένα κουλό γιατί έχω υποχρεώσεις.
Όχι δεν ηταν ο Λεξλουθορ. Ο Λεξ μάζευε τις ελιές του πεθερού του.